10 Ιαν Το Κυπριακό εν έτει 2025: Quo vadimus;
Η γενιά μου είναι η γενιά που γεννήθηκε στα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς και μεγάλωσε με τον πόθο της επιστροφής. Μεγαλώσαμε με τη νοσταλγία για τον ίδιο μας τον τόπο, για την Κερύνεια, την Αμμόχωστο, τη Μόρφου, την Καρπασία. Γράψαμε γι’ αυτά αμέτρητες εκθέσεις μέσα σε τετράδια δημοτικού με την επιγραφή «Δεν Ξεχνώ», ακούσαμε ιστορίες από τους παππούδες μας για τόπους αγαπημένους, διαβάσαμε ατελείωτα για να κατανοήσουμε την ιστορία, και ονειρευτήκαμε τη λύση, την απελευθέρωση, την επιστροφή στα άγια χώματά μας.
Και τώρα, πενηντάρηδες πλέον και εμείς, οφείλουμε να μάθουμε στα παιδιά μας για το ηθικό χρέος μας να αρνηθούμε την κατοχή και τη λεηλασία. Οφείλουμε να διδάξουμε στη νέα γενιά την ακεραιότητα και την εντιμότητα του ανθρώπου, και όχι να προσπαθούμε να την κάνουμε να συνηθίσει την αρπαγή με ψευδοφιλίες που μπορεί να βολεύουν κάποιους τρίτους. Οφείλουμε να μεγαλώσουμε ανθρώπους αξιοπρεπείς με πρώτο ιδεώδες την ελευθερία, ανθρώπους με συνείδηση και κρίση, και όχι να εξωθούμε τα παιδιά μας να συνηθίσουν την ειρήνη της σκλαβιάς. Προσπαθούν κάποιοι να προωθήσουν την εξοικείωση της νέας γενιάς με την αρπαγή και τον σφετερισμό, την αποδοχή για τη βία και την κλεψιά. Προσπαθούν κάποιοι να μας διδάξουν τον φιλειρηνισμό και τη δήθεν κουλτούρα συγκατάνευσης, ωσάν να έχουμε έλθει από άλλο κόσμο, ωσάν να μην είναι αυτό αναπόσπαστο κομμάτι της δικής μας παράδοσης.
Για χρόνια πολλά ικετεύσαμε, συγκατανεύσαμε, κάναμε συμβιβασμούς μεγάλους. Ελπίσαμε σε ψηφίσματα και αφηρημένες αρχές. Εις μάτην. Μας έμειναν χαρτιά στο χέρι. Ενώ ο χρόνος δούλευε εις βάρος μας. Μου φαίνεται ότι σήμερα πρέπει να δούμε κατάματα το βουνό που έχει κατακαθίσει στον σβέρκο μας. Ήρθε ο καιρός να σκεφτούμε το Κυπριακό με νέους όρους. Παλιές διχογνωμίες και αντιπαραθέσεις είναι μόνο για εσωτερική κατανάλωση. Κανείς δεν φαίνεται να μας ρωτά αν δεχόμαστε την πολιτική ισότητα, και, το χειρότερο, κανείς δεν ενδιαφέρεται για το πώς εννοούμε τη λύση. Και, επιτέλους, ας σταματήσουμε να διαπραγματευόμαστε με τον εαυτό μας.
Η τουρκική άρνηση είναι απόλυτη. Γιατί σήμερα οι Τούρκοι δεν συζητάνε καν εκείνο που επέβαλαν πριν από 50 χρόνια. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια τουρκικών επιθέσεων στην κυπριακή ΑΟΖ, σήμερα που η Τουρκία εξαγγέλλει καθημερινά επίθεση που τη βάφτισαν γαλάζια πατρίδα. «Για να δημιουργηθεί “κοινό έδαφος” πρέπει να γίνει αποδεκτή η κυριαρχία μας», μας λέει ο Τατάρ. Και θέλει μια συμφωνία δύο κρατών.
Ένα είναι σίγουρο. Η μη λύση δεν μπορεί ποτέ να αποτελέσει τη λύση. Η λύση που θέλουμε δεν μπορεί παρά να είναι δίκαιη και βιώσιμη. Γιατί, αν δεν είναι δίκαιη, δεν θα είναι βιώσιμη, δεν θα αντέξει στον χρόνο. Θέλουμε την Κυπριακή Δημοκρατία αδιαίρετη και ενιαία, χωρίς την παρουσία των στρατευμάτων του Αττίλα. Θέλουμε το δικαίωμα της επιστροφής μέχρι και του τελευταίου Κερυνειώτη στο σπίτι του. Ας μην ξεχνούμε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε ως ενιαίο κράτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ολόκληρη την επικράτεια του νησιού μας, και με αναστολή του ευρωπαϊκού κεκτημένου στο βόρειο τμήμα του, όπως ρητά προβλέπει το Ευρωπαϊκό Πρωτόκολλο 10.
Δεν πρόκειται ποτέ να συμβιβαστούμε με τη διχοτόμηση. Διότι προϊόντος του χρόνου και της στασιμότητας ευνοείται μόνο η Τουρκία. Αταλάντευτη πρέπει να είναι η προσήλωσή μας στον τερματισμό της κατοχής και στην απελευθέρωση της πατρίδας μας. Μόνο όταν απαλλαγούμε από την κατοχή, θα μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τις απεριόριστες δυνατότητες της Κύπρου και του λαού μας για περαιτέρω πρόοδο και ευημερία. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να κάνουμε πράξη το όραμα της ενιαίας, ευημερούσας πατρίδας, που θα αξιοποιεί το σύνολο των δυνατοτήτων της.
Και ο μόνος δρόμος για να το πετύχουμε αυτό είναι η θωράκιση της διεθνούς υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μέσα από την ενίσχυση της οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής, της στρατιωτικής αποτρεπτικής ισχύος, της κατανόησης των γεωστρατηγικών ισορροπιών και του εποικοδομητικού ρόλου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ευρωπαϊκό κεκτημένο πρέπει να συνιστά το ακαταμάχητο πλαίσιο λύσης του Κυπριακού. Επειδή η Κυπριακή Δημοκρατία, ως πλήρες μέλος της διεθνούς κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και του σκληρού πυρήνα της, της Ευρωζώνης, διεκδικεί το αυτονόητο: μια λύση που να σέβεται στο ακέραιο και στο σύνολό της, από τη μια πλευρά το διεθνές δίκαιο, και από την άλλη το ευρωπαϊκό δίκαιο και το εξ αυτού απορρέον κεκτημένο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει τα εργαλεία, έχει τις απαντήσεις σε όλα τα δύσκολα θέματα των διαπραγματεύσεων. Με αποφασιστικότητα, σύνεση και επιμονή, χωρίς να μοιρολατρούμε, χωρίς εσωστρέφεια, χωρίς ηττοπάθεια οφείλουμε να συνεχίσουμε την προσπάθεια σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη διεθνή πραγματικότητα.
Παράλληλα σήμερα οι σχέσεις Κύπρου – ΗΠΑ είναι πραγματικά σε επίπεδο που δεν έχουμε ξαναδεί. Αναντίλεκτα για πρώτη φορά στην ιστορία μας η Κυπριακή Δημοκρατία θεωρείται αξιόπιστος εταίρος της Αμερικής. Γεγονός μείζονος σημασίας, που αντανακλά το στρατηγικό βάθος των σχέσεων ΗΠΑ – Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι η υπογραφή οδικού χάρτη που εντάσσει τη Λευκωσία σε τρία αμυντικά προγράμματα, καθοριστικά για τη θεμελίωση μιας ακόμη ισχυρότερης σχέσης ασφαλείας ανάμεσα στις δυο χώρες. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η εφαρμογή του θαλάσσιου διαδρόμου «Αμάλθεια» για την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στον άμαχο πληθυσμό στη Γάζα, αλλά και η προσέλκυση επενδύσεων στην οικονομία, είναι απτές ενδείξεις της διπλωματικής εξωστρέφειας της χώρας μας. Η επίσκεψη του Προέδρου Χριστοδουλίδη στον Λευκό Οίκο τον Οκτώβριο του 2024, σπάζοντας ένα ανεπίσημο «εμπάργκο» τριών δεκαετιών, αποτελεί το επιστέγασμα των σχέσεων των δύο χωρών και απόδειξη του συνεχούς διευρυνόμενου διπλωματικού αποτυπώματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η ενότητα του Ελληνισμού είναι όμως η πηγή της δύναμής μας. Οι συντονισμένες προσπάθειες Λευκωσίας και Αθηνών σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, η διαχρονική συμπόρευσή μας στο κορυφαίο εθνικό ζήτημα, αλλά και η συνεχώς αυξανόμενη συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου σε όλους τους τομείς, ευθυγραμμίζουν τις κοινές εθνικές μας επιδιώξεις. Εξυπακούεται ότι η κοινή μας πορεία για το Κυπριακό, τα ελληνοτουρκικά, τα ευρωτουρκικά είναι, και πρέπει να είναι, άμεση και διαρκής. Συνεπώς, ως κυπριακός και μητροπολιτικός Ελληνισμός οφείλουμε να προχωρήσουμε ενωμένοι, γιατί ξέρουμε ποιους και τι έχουμε απέναντί μας.
Ψημένοι στο καμίνι των εθνικών δοκιμασιών, έχουμε ωριμάσει. Επικαιροποιημένη σήμερα η διεκδίκησή μας, με στόχους στη μορφή παραλλαγμένους, αλλά πάντα με την ίδια ουσία. Μαζί με τη μητέρα πατρίδα, την Ελλάδα μας, μπορούμε να ζωντανέψουμε ξανά την ελπίδα και να ατενίσουμε το μέλλον με αισιοδοξία. Ένα μέλλον όπου η Κύπρος μας θα είναι επιτέλους ελεύθερη.