Από τότε που θυμάμαι, είχα πάντα το αίσθημα της οικογενειακής θαλπωρής. Γεννήθηκα τον Μάιο του 1975 σε μια γειτονιά του Στροβόλου, στη Δασούπολη, σε μια οικογένεια που πλημμύριζε από αγάπη και σεβασμό. Οι γονείς μου δούλευαν νυχθημερόν, ούτως ώστε να δώσουν σε μένα και στην αδερφή μου, Μελίνα, όλα τα εφόδια και όλες τις ευκαιρίες που οι ίδιοι στερήθηκαν.
Ο πατέρας μου, Βίκτωρας, γεννήθηκε σε ένα μικρό, ημιορεινό χωρίο της Λεμεσού, το Καπηλειό, και μεγάλωσε στο τοπικό ιστορικό μετόχι της Ιεράς Μονής Κύκκου, που παραχωρήθηκε στον παππού μου από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, εκεί όπου έγινε το 1954, προ του Αγώνα, η μυστική συνάντηση Διγενή – Μακαρίου. Η μητέρα μου έλκει την καταγωγή της από την Πάφο. Φοίτησε στο Ελληνικό Γυμνάσιο Πάφου, κατά τη διάρκεια του Αγώνα της ΕΟΚΑ, στα ίδια σχολικά θρανία με τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Με τη συμμαθήτριά της, Μαρούλα Παλληκαρίδη, ως μέλη της ΑΝΕ, μοίραζαν φυλλάδια και πληροφορίες στα κρυφά. Θυμάμαι να μου διηγείται ένα περιστατικό έξω από τα Δικαστήρια Πάφου: Όταν ήταν στην Γ΄ Γυμνασίου, μαζί με τη συμμαθήτρια και φίλη της, Χρύση Πατσαλίδου, και άλλους συμμαθητές της, διαδήλωναν εναντίον των Άγγλων, όταν χτύπησε από χειροβομβίδα στο πόδι, αφήνοντάς της ένα μόνιμο σημάδι. Λόγω του περιστατικού αυτού, οι Άγγλοι επέβαλαν εννιαήμερο κέρφιου. Κατά την περίοδο εκείνη ζούσε στην Ιερά Μητρόπολη Πάφου, γεγονός που έκανε την εμπειρία της εποχής πιο έντονη και βιωματική. Πώς τα έφερε η τύχη, ή τα προξενιά της θείας Ελλάδας καλύτερα, να συναντηθεί ο δρόμος της με τον δρόμο του πατέρα μου και να φτιάξουν το δικό τους σπιτικό στη Λευκωσία!
Αναντίρρητα μεγάλωσα με την αίσθηση ότι ο κυπριακός Ελληνισμός έχει μια ιστορία γεμάτη αγώνες και θυσίες. Η αίσθηση αυτή σφυρηλατήθηκε ακόμη περισσότερο μέσα από τις ιστορίες και τα βιώματα των γονιών μου, αλλά και μέσα από τις ατέλειωτες συζητήσεις με συγγενείς και φίλους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν βρέθηκα από νωρίς να ταυτίζομαι, αλλά και να συγχρωτίζομαι, με τη μεγάλη έννοια της Ελλάδας, με τα άγια των αγίων της φυλής μας, το γαλανό χρώμα της οποίας δεν μπορούσε παρά να αποτελεί αναπόσπαστο λεκτικό κομμάτι του τίτλου της παρούσας έκδοσης.
Η δεκαετία του 1980 που μεγάλωνα ήταν μια περίοδος γεμάτη από την πολιτική ένταση της εποχής. Τότε που ό,τι και αν συζητούσαμε, μικρό και ασήμαντο, ποδοσφαιρικό ή και κάτι άλλο, καταλήγαμε πάντα στην πολιτική επικαιρότητα. Θυμάμαι με νοσταλγία εκείνα τα πρωινά στο Δημοτικό Σχολείο Δασουπόλεως να μαθαίνουμε τα πρώτα μας γράμματα και να παίζουμε ποδόσφαιρο και «ππιριλιά» στην αυλή του σχολείου. Και εκείνα τα ανέμελα απογεύματα, όταν – μιμούμενοι τις συζητήσεις των μεγάλων – συζητούσαμε με ένταση, και τον φανατισμό της εποχής, για τα πολιτικά τεκταινόμενα. Συζητούσαμε για όλα, για το ΑΠΟΕΛ, για τα όνειρα και τις ελπίδες, για το μέλλον που φαινόταν τόσο μακρινό, αλλά και για τα μικρά πράγματα που μας έκαναν ευτυχισμένους τότε.
Το 1983, όταν ο Κληρίδης έχασε τις προεδρικές εκλογές, θυμάμαι την απογοήτευση στο σπίτι μας, τα λόγια του πατέρα μου, «βαριά σαν το περπάτημα καματερού», και το αίσθημα ότι κάπως ο κόσμος γύρω μας κατέρρεε. Αργότερα, το 1986, οι βουλευτικές εκλογές ήταν πάλι κάτι που δεν μπορώ να σβήσω από τη μνήμη μου. Καίτοι μικρός, θυμάμαι το μικρό ραδιόφωνο που κρατούσα σφιχτά στα χέρια μου, καθώς ήταν ο μόνος τρόπος για να μάθω τα αποτελέσματα. Ήταν μια εποχή που η πολιτική έμπαινε στην καρδιά μας, στην καθημερινότητά μας, ενώ εμείς παλεύαμε να καταλάβουμε τον κόσμο που άλλαζε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το 1988, η εικόνα του πατέρα μου να παίζει κιθάρα στο σπίτι του καλού μας γείτονα, φιλόλογου Αντώνη Παρασκευά, μαζί με τον Κληρίδη, τραγουδώντας το «γιλεκάκι που φοράς», μου μένει ακόμα στο μυαλό σαν μια στιγμή αθωότητας. Όπως και η ατάκα του Κληρίδη στον πατέρα μου: «Τη Δευτέρα θα έρθεις να το παίξεις στο Προεδρικό». Ήταν κάτι σαν μια σιωπηλή μαρτυρία για τον αγώνα και την ελπίδα που μας ένωναν εκείνη την εποχή. Και η απογοήτευση για την ήττα βαθιά και αληθινή. Το 1993, στα 18 μου πλέον, μαθητής της Αγγλικής Σχολής Λευκωσίας, όταν ο Κληρίδης εξελέγη επιτέλους Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ήμασταν όλοι εκεί, στο Λευκόθεο, κλαίγοντας από χαρά, απορροφώντας με δίψα τον ενθουσιασμό του κόσμου γύρω μας.
Τα χρόνια πέρασαν, και μετά από τη στρατιωτική μου θητεία (Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Πεζικού στα ακριτικά φυλάκια του 398 Τ.Π. και του 213 Τ.Π.), μετέβηκα, το 1996, στο Reading της Αγγλίας για σπουδές. Θυμάμαι σαν σήμερα τον παιδικό μου φίλο Χάρη Φωτίου να με οδηγεί με το μαύρο Rover Turbo του στη φοιτητική μου εστία, Wantage Hall, όπου σε ένα δωμάτιο 2Χ3 θα περνούσα ώρες μελέτης για το οικονομικό μοντέλο “Five Forces Analysis” του Michael Porter και για τις στρατηγικές μάρκετινγκ του Philip Kotler. Εκεί, από την πρώτη κιόλας μέρα, στα φοιτητικά έδρανα του Reading, γνώρισα την αγάπη της ζωής μου, τη Μικαέλα. Μια αγάπη που εξελίχθηκε με τα χρόνια στη δική μου οικογένεια, με τον ερχομό των δίδυμων παιδιών μου, του Βίκτωρα και της Βαλέριας.
Στο Reading όμως είχα και παράπλευρα οφέλη. Συναντήθηκαν οι δρόμοι μου με συμφοιτητές που μετατράπηκαν σε φίλους αδελφικούς, τον Χάρη Γεωργιάδη, τον Ανδρέα Μάτσα, τον Μάριο Χοιρομερίδη και τον εκ Πάφου Γιαννάκη Πολυβίου. Φίλους με τους οποίους μας συνέδεσαν η αγάπη για τον τόπο μας, το ενδιαφέρον για τα κοινά, το πάθος για τη μάθηση και η τρέλα για το ποδόσφαιρο. Ο Χάρης Γεωργιάδης με ενέταξε στις τάξεις της φοιτητικής παράταξης του Συναγερμού, Πρωτοπορία, και ξεκινήσαμε μαζί μια έντονη προσπάθεια ανασυγκρότησης – ο Χάρης κυρίως στο ιδεολογικό μέτωπο και εγώ κυρίως στο οργανωτικό. Οι προεδρικές εκλογές του 1998 με βρίσκουν ως Πρόεδρο της Πρωτοπορίας Ηνωμένου Βασιλείου να οργανώνουμε, μαζί με το συγκάτοικό μου τότε, Χάρη, και με τη συνεχή στήριξη και καθοδήγηση δύο άλλων αδερφικών μου φίλων, του Γιάννη Ιωάννου, Προέδρου, τότε, της ΝΕΔΗΣΥ, και Χρύσανθου Χρυσάνθη, Προέδρου, τότε, της κεντρικής Πρωτοπορίας, την κάθοδο των φοιτητών στην Κύπρο για να ψηφίσουμε τον Γλαύκο Κληρίδη, για την επανεκλογή του. Το σπίτι μας με τον Χάρη στη Northcourt Avenue 86, RG2 7HQ, στο Reading, ήταν ένα ολοζώντανο εκλογικό επιτελείο που λειτουργούσε σε εικοσιτετράωρη βάση, με τα τηλέφωνα να χτυπούν αδιάκοπα. Θυμάμαι τον ταχυδρόμο της γειτονιάς μας να μας ρωτά γεμάτος απορία γιατί λαμβάναμε ξαφνικά δεκάδες γράμματα την ημέρα, και την αδυναμία του να καταλάβει ότι οργανώναμε την κάθοδο 1.500 φοιτητών στην Κύπρο. Η θετική έκβαση των εκλογών ήταν λύτρωση για εμάς.
Οι μεταπτυχιακές σπουδές μου με βρίσκουν στο Λονδίνο, στη Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (London School of Economics and Political Science, LSE), όπου σπούδασα Ευρωπαϊκή Πολιτική με διατριβή για τη σύγκριση μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΑΚΕΛ. Παράλληλα, είχα την τιμή να υπηρετώ ως Πρόεδρος, τότε, στην Εθνική Φοιτητική Ένωση Κυπρίω Ηνωμένου Βασιλείου (Ε.Φ.Ε.Κ Η.Β.) και, υπό αυτή την ιδιότητά μου, είχα το προνόμιο να γνωρίσω και να συνομιλήσω με μεγάλες προσωπικότητες της πολιτικής ζωής της Αγγλίας και διαχρονικούς φίλους της Κύπρου, όπως οι Συντηρητικοί Michael Heseltine, Michael Portillo και Kenneth Clark, και ο Εργατικός Tony Benn. Ξεχωρίζω τον Βουλευτή Tony Benn. Όταν τον πρωτοάκουσα και τον πρωτοδιάβασα τότε, διαφώνησα μαζί του σχεδόν σε όλα. Οι αριστερίστικες οικονομικές του απόψεις ακούγονταν εκτός πραγματικότητας. Ακόμη ένας “Looney Left”! Σταδιακά όμως και παρακολουθώντας τον όλο και πιο στενά άρχισε να εξασκεί πάνω μου μια ανεξήγητη πολιτική γοητεία. Απέπνεε ένα πολιτικό ήθος μιας άλλης εποχής, σε τρανταχτή αντίθεση με τον τότε ηγέτη του, Τony Blair. Τέτοιο ήταν το πάθος του για την Κύπρο και την Ελλάδα, που πολλοί στο Λονδίνο τον παρομοίαζαν με τον Λόρδο Βύρωνα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά όταν μου είπε με θαυμασμό: “You come from Cyprus! Your grandfathers fought for Enosis!”
Ο χρόνος μου στο Λονδίνο, στο λυκαυγές της χιλιετίας, υπήρξε αλησμόνητος. Διαλέξεις από καθηγητές παγκόσμιας εμβέλειας, διάβασμα σε αχανείς βιβλιοθήκες με συμφοιτητές που θαύμασα για τις γνώσεις και τις ικανότητές τους, αλλά παράλληλα και στιγμές ανεμελιάς, διασκέδασης, ποδοσφαίρου – όταν το επέτρεπε ο καιρός. Η συγκατοίκησή μου στο Bayswater με τον Κωνσταντίνο Θεοχαρίδη και τον Ανδρέα Χριστοφορίδη μού άφησε στη μνήμη στιγμές μοναδικές. Οι φιλίες της εποχής υπήρξαν διαχρονικές και ανιδιοτελείς, και, ασφαλώς, με συντροφεύουν μέχρι σήμερα.
Κάθε στιγμή, κάθε εμπειρία που θυμάμαι με τόση νοσταλγία από την εποχή εκείνη με έχουν διαμορφώσει και με έχουν καθορίσει για πάντα. Στα μονοπάτια της μνήμης ανακαλώ τα εκείνα όμορφα χρόνια, τη χαμένη αθωότητα, αλλά και τις μάχες που έδωσα για ό,τι αγαπώ, για ό,τι πιστεύω, για ό,τι αισθάνομαι δικό μου, και πάντα με συνοδοιπόρους ανθρώπους που αγαπώ και θαυμάζω απεριόριστα. Ζούμε σε έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει, αλλά η δύναμη των αναμνήσεών μας είναι αυτή που μας κάνει να προχωρούμε μπροστά, με σεβασμό στο παρελθόν και αισιοδοξία για το μέλλον.
Επιστρέφοντας στην Κύπρο, είχα την ευλογία να εργαστώ μαζί με τον πατέρα μου στην οικογενειακή επιχείρηση. Ο πατέρας μου δημιούργησε το 1975 τη βιοτεχνία πλεκτών και το κατάστημα σχολικών και επαγγελματικών ενδυμάτων VICTUAR από το μηδέν. Μία τυπική κυπριακή οικογενειακή επιχείρηση, που χτίστηκε πάνω σε γερά θεμέλια: σκληρή δουλειά, ευρηματικότητα, υπομονή, επιμονή και πίστη. Αυτή είναι και η μαγιά του τόπου μας. Οι γονείς μου έφτιαξαν αυτή την επιχείρηση με άπειρες θυσίες και πολλή αγάπη και την κληροδότησαν σε μένα και την αδερφή μου, Μελίνα, με την οποία συνεχίζουμε με την ίδια αγάπη και δέσιμο το έργο τους. Έχω την τιμή καθημερινά να συναντώ αναρίθμητους φίλους και γνωστούς του πατέρα μου και να μου λένε τα ομορφότερα λόγια για την πορεία του σε τούτο τον κόσμο. Και αυτό είναι ένα μεγάλο βάλσαμο στη ψυχή μου, που απαλύνει κάπως τον πόνο της απώλειάς του. Έχω την τιμή να λέω ότι ο πατέρας μου, Βίκτωρας, αιωνία του η μνήμη, ήταν ένας από αυτούς τους Ανθρώπους με Α κεφαλαίο, τους καλοσυνάτους, τους ωφέλιμους, τους απλούς, τους οραματιστές, που από το δικό τους μετερίζι υποστήριξαν όσο μπορούσαν την πατρίδα μας, την κυπριακή παραγωγή και τους συνανθρώπους τους.
Ανέκαθεν, για μένα προσωπικά, η ενασχόλησή μου με τα κοινά βρίσκει το αληθινό της νόημα όταν βάζουμε μπροστά τον άνθρωπο, τον τόπο μας, την καθημερινότητα, τη γειτονιά μας. Γι’ αυτό και η ενασχόλησή μου με τα του Στροβόλου αποτέλεσε μια αναπόδραστη εξέλιξη στη διαδρομή μου. Από τα 26 μου εκλεγόμουν Δημοτικός Σύμβουλος Στροβόλου με τον Δημοκρατικό Συναγερμό. Μετά από μια 15χρονη πορεία στο Δημοτικό Συμβούλιο, έχοντας πλέον εμπειρίες και γνώση για όλα τα μικρά και μεγάλα που απασχολούσαν την τοπική κοινωνία του Στροβόλου, ένιωσα έτοιμος να ηγηθώ του Δήμου και, παρά το γεγονός πως το κόμμα από το οποίο πολιτικά προερχόμουν έκανε άλλη επιλογή, εξελέγην Δήμαρχος Στροβόλου τον Δεκέμβρη του 2016, ως πραγματικά ανεξάρτητος, έχοντας πίσω μου τη δύναμη της κοινωνίας του Στροβόλου.
Για μένα το να ηγούμαι του Δήμου μας υπήρξε ύψιστη τιμή και ευγνωμοσύνη. Στα επτάμισι χρόνια της Δημαρχίας μου χαράξαμε στον Στρόβολο μια νέα, σαφώς πιο ελπιδοφόρα πορεία. Τοποθετήσαμε γερά θεμέλια για τον Στρόβολο της νέας εποχής. Ύστερα από τόσο σκληρή δουλειά, στα χρόνια που έρχονται θα δούμε τον Στρόβολο να ολοκληρώνει τα σημαντικά έργα υποδομής που ξεκινήσαμε, τα οποία θα συμβάλουν καθοριστικά στη βελτίωση της καθημερινότητάς μας. Πραγματικά αισθάνομαι περήφανος, διότι αυτή τη στιγμή μπορώ να κοιτάξω τον κάθε συνδημότη μου στα μάτια και να τον διαβεβαιώσω ότι με τα αναπτυξιακά έργα και τα ευρωπαϊκά κονδύλια που έχουμε διεκδικήσει και εξασφαλίσει η πόλη μας θα έχει όλα όσα της αξίζουν. Περισσότερα για τα θέματα αυτά μπορεί κανείς να διαβάσει στο κύριο μέρος του παρόντος βιβλίου, στο Κεφάλαιο «Ο Στρόβολός μου».
Γι’ αυτούς τους λόγους λοιπόν στις εκλογές του 2024 θέλησα να μπω ξανά μπροστά και χωρίς κομματικές συναλλαγές και ανταλλάγματα, χωρίς εξαρτήσεις να διεκδικήσω ακόμη μια θητεία ως Δήμαρχος. Κατήλθα ξανά ως πραγματικά ανεξάρτητος, χωρίς κομματική υποστήριξη (και για να διευκρινίσω τι εννοώ, γιατί η λέξη ανεξάρτητος έχει παρεξηγηθεί στις μέρες μας: ανεξάρτητος είναι αυτός που κατέρχεται σε εκλογές χωρίς να είχε την οποιαδήποτε προσυνεννόηση με κόμμα ή και κόμματα, και όχι αυτός που χρίζεται ανεξάρτητος μετά από φανερές ή κρυφές κομματικές διεργασίες). Άλλωστε εγώ δεν είχα να δώσω Δημαρχίες, Αντιδημαρχίες, ή Σχολικές Εφορίες στο πλαίσιο του παζαριού που εκτυλίχθηκε. Το μόνο που είχα να προτάξω είναι το έργο μας, αλλά και αυτό ήταν αδιαπραγμάτευτο. Τα κόμματα, αφού επικαλούνται τις τοπικές κοινωνίες, έπρεπε – και πρέπει – να τις αφήνουν ελεύθερες να αποφασίσουν. Οφείλω να κάνω ιδιαίτερη μνεία και να εκφράσω τις ειλικρινείς ευχαριστίες και ευγνωμοσύνη μου στους Οικολόγους και ιδιαίτερα στον Γιώργο Περδίκη, οι οποίοι, και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις για τη Δημαρχία, υποστήριξαν την υποψηφιότητά μου έχοντας ως μοναδικό κριτήριο επιλογής το πρόγραμμα και τα χαρακτηριστικά του κάθε υποψήφιου, χωρίς να μπουν στη διαδικασία του πάρε δώσε.
Πολλές φορές με ρωτούν γιατί δεν με υποστήριξε ο Συναγερμός. Παρόλο που δεν είμαι εγώ αυτός που πρέπει να απαντήσει στην ερώτηση αυτή, καθώς – προ των προεδρικών εκλογών του 2023 – η ηγεσία του ΔΗΣΥ εκθείαζε το έργο μας, θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής για ένα πράγμα. Πριν ακόμα ξεκινήσουν οι προεκλογικές κομματικές συναλλαγές για τις δημοτικές του 2024, βολιδοσκοπήθηκα για την πιθανότητα να αναιρέσω την υποστήριξή μου προς τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη και να πω το δικό μου «mea culpa» για την επιλογή μου στο πρόσωπό του για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Απάντησα κατηγορηματικά όχι. Γιατί θα ήμουν ανέντιμος, γιατί θα ήμουν άτιμος, πρώτα και κύρια προς τον εαυτό μου. Γιατί για κανένα αξίωμα δεν πρόκειται ποτέ να πουλήσω τις αρχές και αξίες μου, τα πιστεύω μου.
Άλλωστε με τον Νίκο Χριστοδουλίδη μάς συνδέει μια προσωπική σχέση, μια βαθιά φιλία και εκτίμηση, από τις πρώτες μέρες που ήρθε στη Λευκωσία, ως νεαρός, τότε, διπλωμάτης. Ο Νίκος ξεχώριζε από τότε: για την παιδεία του, για το ήθος του, για την εντιμότητά του. Ξεχώριζε όχι μόνο ως χαρακτήρας, αλλά και για τις γνώσεις του για το Κυπριακό και τη διεθνή πολιτική. Μας συνδέουν κοινοί αγώνες, κοινές πεποιθήσεις και αντιλήψεις. Από εκεί και πέρα όμως θέλω να τονίσω ότι οι λόγοι για τους οποίους υποστήριξα δημόσια τον Νίκο Χριστοδουλίδη για Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν καθαρά πολιτικοί. Έβλεπα ότι τη συγκεκριμένη στιγμή ο Νίκος συγκέντρωνε όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται για να είναι ένας καλός πρόεδρος της Δημοκρατίας, ότι είχε όλα τα εχέγγυα και την προσωπικότητα για να ηγηθεί της χώρας μας. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης είναι ο πολιτικός που στέκεται γερά στην εθνική μας παράδοση και κληρονομιά. Παράλληλα όμως είναι και ο πολιτικός που ξέρει να διαβάζει τον σύγχρονο κόσμο και τις ανάγκες του.
Έκτοτε, και παρά τις προφορικές και γραπτές πρωτοβουλίες μου για διάλογο, δεν έγινε οποιαδήποτε επίσημη συζήτηση με την ηγεσία του ΔΗΣΥ για στήριξη της υποψηφιότητάς μου για τη Δημαρχία του Στροβόλου. Ναι, για συναισθηματικούς λόγους θα ήμουν ευτυχής αν το κόμμα στο οποίο μεγάλωσα και ανδρώθηκα πολιτικά με στήριζε επίσημα, και σαφέστατα άλλο θα ήταν το αποτέλεσμα. Από τη στιγμή όμως που η ηγεσία του Συναγερμού θέλησε να κάνει επιλογές βασισμένες σε άλλα κριτήρια, είναι απολύτως σεβαστό. Αυτό βέβαια δεν ακυρώνει τις προσωπικές σχέσεις, τις βαθιές ρίζες και την αγάπη που με συνδέουν με τον κόσμο της παράταξης. Εκ του αποτελέσματος άλλωστε φάνηκε η απόλυτα λανθασμένη κρίση που είχε η ηγεσία του ΔΗΣΥ για την έκβαση των εκλογών. Φάνηκε ότι η μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων του Συναγερμού δεν υπάκουσε στις ντιρεκτίβες, και ότι η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών που ψήφισε ελεύθερα και ανεπηρέαστα, χωρίς κομματικές υποδείξεις, στήριξε τη δική μου υποψηφιότητα. Έλαβα 31% χωρίς ουσιαστική κομματική στήριξη, ποσοστό που με κάνει ιδιαίτερα περήφανο, καθώς φάνηκε ότι οι πολίτες εκτίμησαν το έργο και το όραμά μου για τον Στρόβολο.
Με βάση όλα όσα έζησα, τα βιώματά μου που διαμόρφωσαν την πορεία μου, νιώθω βαθιά μέσα μου την ανάγκη της διατήρησης των αξιών που μας χαρακτηρίζουν ως Έλληνες της Κύπρου. Στις μέρες μας ο κόσμος αλλάζει γοργά. Παλιές ισορροπίες και δόγματα έχουν καταρρεύσει. Ο σύγχρονος κόσμος είναι σύνθετος και η εποχή των απλουστεύσεων και των ευτελών διλημμάτων έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ένας νέος κόσμος ανοίγεται μπροστά μας. Υπάρχουν νέες προκλήσεις, αλλά και νέες ευκαιρίες για όσους βλέπουν μπροστά. Αντιλαμβάνομαι έντονα πως η πολιτική πρέπει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας. Αυτό το συνταίριασμα ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα, ανάμεσα δηλαδή, από τη μια, στις ρίζες του λαού μας, στην πίστη μας στις παραδοσιακές αξίες και στην αγάπη μας για την πατρίδα και την ελευθερία, και, από την άλλη, στις μεταβαλλόμενες προκλήσεις της εποχής μας και, κυρίως, στην ενατένισή μας σε ένα πεπρωμένο ριζοσπαστικού εκσυγχρονισμού, με συνοδεύει και με καθοδηγεί σε κάθε μου βήμα. Γιατί, για να είναι κανείς σύγχρονος, δεν σημαίνει ότι πρέπει να είναι και ανιστόρητος. Ας μη ξεχνούμε ότι εμείς οι Έλληνες της Κύπρου δεν πέσαμε από τον ουρανό. Αντίθετα, όπως εύστοχα έχει επισημάνει ο Γιώργος Σεφέρης, «είμαστε απόγονοι […] της μάνας μας, που μας μίλησε ελληνικά, που προσευχήθηκε ελληνικά, που μας νανούρισε με παραμύθια για τον Οδυσσέα, τον Ηρακλή, τον Λεωνίδα και τον Παπαφλέσσα, και ένιωσε την ψυχή της να βουρκώνει τη Μεγάλη Παρασκευή, μπροστά στο ξόδι του νεκρού Θεανθρώπου».
Η πολιτική στις μέρες μας πρέπει να αποτελείται από έναν ιδεολογικό πυλώνα που μπορεί να προσφέρει σταθερότητα και προοπτική στην κοινωνία μας. Έναν πυλώνα που να εδράζεται στην ιδεολογία του κοινωνικού φιλελευθερισμού. Μια ιδεολογία που να δίνει έμφαση στην προσωπικότητα του ανθρώπου, στο άτομο με κοινωνική συνείδηση, που να επικεντρώνεται στην αυτενέργεια και τη δημιουργικότητά του, πάντα μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής συνοχής. Μια ιδεολογία φιλελεύθερη, γιατί έχει στόχο την επίρρωση της ιδιωτικής ελευθερίας και της αποενοχοποίησης της επιχειρηματικότητας. Αλλά ταυτόχρονα και κοινωνική, γιατί παραπέμπει στην ενίσχυση του κοινωνικού Κράτους, λειτουργώντας ως ασπίδα προστασίας των πολιτών και ιδιαίτερα των ευάλωτων και μη προνομιούχων. Γιατί στην πρόταση για κοινωνικό φιλελευθερισμό την ίδια ακριβώς σημασία που έχει ο φιλελευθερισμός έχει και ο κοινωνικός προσδιορισμός. Γιατί, αν η πολιτική δεν είναι λαϊκή, αν η πολιτική δεν είναι για τους πολλούς, δεν είναι τίποτα. Μέσα από τον συνδυασμό παραδοσιακών αξιών και καινοτόμων πολιτικών, η πολιτική μπορεί να αναδειχθεί σε κινητήρια δύναμη που θα οδηγήσει την Κύπρο σε μια νέα εποχή ευημερίας και εθνικής αυτοπεποίθησης. Η ανανέωση αυτής της κουλτούρας δεν είναι απλώς μια πολιτική ανάγκη, αλλά μια ιστορική επιταγή. Με την ορθή καθοδήγηση και τη δέσμευση σε αρχές που διαχρονικά ενέπνευσαν τον Ελληνισμό, μπορούμε να προσφέρουμε σήμερα ουσιαστικές λύσεις και να αποτελέσουμε τον οδηγό για μια Κύπρο που θα παραμείνει πιστή στις ρίζες της, ενώ θα προχωρεί σταθερά προς το μέλλον.
Όσα βιώσαμε ως κοινωνία με έχουν διδάξει για την ανάγκη μιας δυναμικής, σύγχρονης και υπεύθυνης πολιτικής στάσης στην Κύπρο, μιας στάσης που να συγκεράζει γόνιμα και εποικοδομητικά τον σεβασμό για την ιστορική μας πορεία στον χρόνο με τις ανάγκες της εποχής μας. Η πολιτική δεν είναι στατική, και η σύγχρονη πολιτική οφείλει να ανταποκριθεί στις συγκαιρινές προκλήσεις, διατηρώντας ωστόσο τις αξίες που της δίνουν ταυτότητα και προοπτική. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε πολιτικές που να συνθέτουν δημιουργικά τις ρίζες της παράδοσής μας με την εκσυγχρονιστική πνοή που χρειάζεται ο τόπος μας. Με τρόπο επίκαιρο οφείλουμε να κρατήσουμε ό,τι έχουμε αληθινό, βλέποντας όμως πάντα μπροστά. Αυτό το ταξίδι, πρώτα ο Θεός, είναι το επόμενο βήμα στην πορεία μου και στη σκέψη μου για την Κύπρο του μέλλοντος.
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Καθαρά και Γαλανά» του Ανδρέα Παπαχαραλάμπους)